

Ουσίες που προκαλούν τη συγκόλληση των ερυθρών κυττάρων (αιμοσυγκόλληση). Π.χ. τα επιφανειακά αντιγόνα ορισμένων ιών όπως της ιλαράς, της παρωτίτιδας, της ερυθράς και της γρίπης.
Λατινική ονομασία Haemophilus influenzae. Βακτήριο που στο παρελθόν πιστευόταν ότι προκαλεί τη γρίπη. Τώρα θεωρείται η αιτία δευτερογενών παθήσεων που έπονται των ιογενών λοιμώξεων του αναπνευστικού, π.χ. μιας γρίπης που οφείλεται σε κάποιον από τους ιούς της γρίπης. Ο αιμόφιλος της γρίπης τύπου Β είναι η κύρια αιτία φλεγμονής των εγκεφαλικών μεμβρανών (μηνιγγίτιδα) και του λάρυγγα στα βρέφη και τα νήπια ενώ, σπανιότερα, προκαλεί πνευμονία, σηψαιμία, παραρρινοκολπίτιδα ή μέση ωτίτιδα.
Πρόληψη
Προστατευτικός εμβολιασμός βρεφών και νηπίων κατά του αιμόφιλου της γρίπης τύπου Β.
Αναστολείς της νευραμινιδάσης των ιών της γρίπης τύπου Α και Β. Αναστέλλουν την απελευθέρωση των νέων αντιγράφων του ιού από το μολυσμένο κύτταρο. Πρβλ. ιοστατικά φάρμακα.
Δημιουργία ενός νέου γονιδιακού συνδυασμού από γενετικά διαφορετικά γονιδιώματα (=το σύνολο του γενετικού υλικού σε ένα κύτταρο ή οργανισμό).
Ανοσία διαθέτει ένας οργανισμός που δεν νοσεί όταν έλθει σε επαφή με συγκεκριμένους παθογόνους μικροοργανισμούς ή που προστατεύεται από επιβλαβή μεταβολικά προϊόντα ή από δηλητηριώδεις φυτικές και ζωικές ουσίες. Η ανοσία βασίζεται σε έναν ή περισσότερους εξειδικευμένους αμυντικούς μηχανισμούς. Η μη ειδική ανοσία είναι αποτέλεσμα διαφόρων προστατευτικών μηχανισμών, ιδίως του λεγόμενου «φράγματος» του δέρματος και των βλεννογόνων αλλά και της φυσικής αντίστασης του ανθρώπινου οργανισμού σε ορισμένα παθογόνα (π.χ. στον ιό της μόρβας του σκύλου). Η ειδική ανοσία περιλαμβάνει για παράδειγμα τον σχηματισμό αντισωμάτων ως ανοσοαπάντηση σε διάφορα αντιγόνα.
Η ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος ενός οργανισμού να αντιδρά ειδικώς κατά αντιγόνων μέσω εξειδικευμένων αντισωμάτων (χυμική ανοσία) ή Τ-λεμφοκυττάρων, τα οποία μπορούν να καταστρέφουν κύτταρα ξένα προς τον οργανισμό (κυτταρική ανοσία).
Ένα σύνθετο λειτουργικό σύστημα (των σπονδυλωτών) που διατηρεί υγιή τον οργανισμό απωθώντας ουσίες ξένες προς το σώμα (αντιγόνα) και εξαλείφοντας διαρκώς τα μη φυσιολογικά κύτταρα του σώματος. Σε αυτό συμμετέχουν τα όργανα του λεμφικού συστήματος. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν διάφορα κύτταρα διάσπαρτα στο σύνολο του οργανισμού, κυρίως τα λευκά αιμοσφαίρια και τα αντισώματα.
Σταδιακές αλλαγές που συμβαίνουν με την πάροδο των ετών σε ένα αντιγόνο, οι οποίες είναι κατά κύριο λόγο ανεπαίσθητες. Ως αποτέλεσμα της αντιγονικής απόκλισης, τα αντισώματα που παράγει το ανθρώπινο σώμα κατά την ανοσοποίηση μέσω εμβολίου παρασκευασμένου με βάση το αντιγόνο στην αρχική μορφή του είναι πιθανό να χάσουν με τον καιρό την προστατευτική τους δράση. Για παράδειγμα, οι νέοι υποτύποι του ιού της γρίπης προκύπτουν λόγω αλλαγών (μεταλλάξεων) των γονιδίων που κωδικοποιούν τα ιϊκά αντιγόνα αιμοσυγκολλητίνη και νευραμινιδάση. Πρβλ. αντιγονική μετατόπιση.
Αιφνίδια και συνήθως σημαντική τροποποίηση των ιδιοτήτων του αντιγόνου ενός μικροοργανισμού (ιδίως ιού), η οποία οδηγεί στην εμφάνιση νέων υποτύπων. Για παράδειγμα, αντιγονική μετατόπιση παρατηρείται στον ιό της γρίπης (τύπου Α) μετά από ανταλλαγή γενετικού υλικού μεταξύ δύο διαφορετικών υποτύπων. Αυτό οδηγεί συνήθως στην εκδήλωση νέας πανδημίας, καθώς τα αντισώματα που υπάρχουν στον ανθρώπινο πληθυσμό δεν είναι πλέον αποτελεσματικά κατά του νέου υποτύπου του ιού. Πρβλ. αντιγονική απόκλιση.
Ο διπλασιασμός του γενετικού υλικού που οδηγεί στη δημιουργία δύο πανομοιότυπων αντιγράφων (DNA ή RNA). Αν πρόκειται για δίκλωνα μόρια DNA, η αντιγραφή συνήθως λαμβάνει χώρα πριν από την κυτταρική διαίρεση. Κάθε μία από τις αλυσίδες του δίκλωνου μορίου χρησιμεύει ως μήτρα για την παραγωγή της νέας συμπληρωματικής της αλυσίδας. Έτσι δημιουργούνται δύο πανομοιότυπα δίκλωνα μόρια.
Υπό τη στενή έννοια του όρου, μια ουσία που ενεργοποιεί την παραγωγή αντισωμάτων• ωστόσο με τον όρο αυτό νοείται συνήθως οποιαδήποτε ουσία προκαλεί την προσαρμοστική απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα αντιγόνα είναι κατά κανόνα σώματα ξένα προς τον οργανισμό και είτε έχουν κυτταρική μορφή (π.χ. βακτήρια ή μεμονωμένα κύτταρα) είτε είναι μεγαλομόρια πρωτεϊνών ή πολυσακχαριτών. Ωστόσο, υπό ορισμένες συνθήκες, συστατικά στοιχεία και μικρά μόρια του ίδιου του οργανισμού μπορεί να επιδείξουν αντιγονική δράση.
Ουσία που χρησιμοποιείται σε εργαστηριακές δοκιμασίες. Ουσία που καθιστά αναγνωρίσιμη την παρουσία μιας δεύτερης ουσίας μέσω της χημικής της επίδρασης.
Ορός αίματος που περιέχει αντισώματα κατά ενός ή περισσότερων προκαθορισμένων αντιγόνων. Οι αντιοροί απομονώνονται από ζώα ή ανθρώπους που είτε έχουν ανοσοποιηθεί επί τούτω είτε έχουν νοσήσει από την ασθένεια που μας ενδιαφέρει και κατά συνέπεια διαθέτουν τα επιθυμητά αντισώματα. Λόγω της πληθώρας των αντιδράσεων των αμυντικών μηχανισμών του ανοσοποιητικού συστήματος, ο αντιορός περιέχει διαφορετικά αντισώματα για το ίδιο αντιγόνο. Οι αντιοροί χρησιμοποιούνται, για παράδειγμα, για την ταυτοποίηση παθογόνων οργανισμών. Πρβλ. οροομάδα, ορότυπος.
Μια ομάδα γλυκοπρωτεϊνών (ανοσοσφαιρινών) που παράγονται από λευκά αιμοσφαίρια του ανοσοποιητικού συστήματος (γνωστά ως «Β-λεμφοκύτταρα») και πλασματοκύτταρα μετά από έκθεση σε κάποιο αντιγόνο και αντιδρούν αποκλειστικά σε αυτό (αντίδραση αντιγόνου-αντισώματος). Τα αντιγόνα στα οποία προσδένονται τα αντισώματα μέσω της αντίδρασης αυτής μπορεί να είναι είτε νοσογόνοι μικροοργανισμοί είτε αντιγόνα του ίδιου του οργανισμού, π.χ. καρκινικά κύτταρα.
βλ. Βιταμίνη C
Ως βήχας νοείται η δυνατή εξώθηση αέρα διαμέσου των φωνητικών χορδών, οι οποίες αρχικές κλείνουν και μετά ανοίγουν απότομα. Ο βήχας είναι ένα αναγκαίο προστατευτικό αντανακλαστικό το οποίο προκαλείται από τον ερεθισμό ειδικών υποδοχέων στην τραχεία και στους βρόγχους.
Είδη βήχα
1. Παραγωγικός βήχας που προκαλεί την αποβολή βλέννας
2. Μη παραγωγικός (ξηρός) βήχας.
Τα βακτήρια είναι ζωντανοί οργανισμοί αποτελούμενοι από ένα και μοναδικό κύτταρο που δεν διαθέτει πραγματικό πυρήνα. Έχουν σχήμα σφαιρικό (κόκκοι), ραβδοειδές (βάκιλοι) ή σπειροειδές (σπειροχαίτες). Τα βακτήρια αναπαράγονται μέσω κυτταρικής διαίρεσης προϊόν της οποίας είναι δύο ταυτόσημα κύτταρα. Υπό δυσμενείς συνθήκες, ορισμένα βακτήρια μπορούν να μετατραπούν σε σπόρια (αδρανής φάση) τα οποία καταφέρνουν να επιβιώσουν, για παράδειγμα, ακόμη και σε ακραίες θερμοκρασίες. Πολλά βακτήρια προκαλούν λοιμώξεις στον άνθρωπο ενώ άλλα αποτελούν σημαντικά στοιχεία της χλωρίδας της επιδερμίδας και του εντέρου.
Γνωστή και ως ασκορβικό οξύ
Υδατοδιαλυτή βιταμίνη που οξειδώνεται εύκολα.
Βιοχημική λειτουργία
Παγιδεύει τις ελεύθερες ρίζες. Χρησιμεύει ως οξειδοαναγωγικό σύστημα στις αντιδράσεις υδροξυλίωσης, συμμετέχει στη μεταφορά ηλεκτρονίων, αυξάνει την απορρόφηση του σιδήρου, αναστέλλει τον σχηματισμό νιτροζαμινών και δύναται να επηρεάσει το ανοσοποιητικό σύστημα.
Πηγές
Η βιταμίνη C απαντάται ευρέως σε ζωικές και φυτικές τροφές, καθώς τα ανώτερα ζώα και φυτά είναι σε θέση να παραγάγουν βιταμίνη C από τη γλυκόζη. Υπάρχουν ιδιαιτέρως υψηλές συγκεντρώσεις βιταμίνης C στα φρούτα (π.χ. ιπποφαές, μαύρα φραγκοστάφυλα, ακτινίδια και εσπεριδοειδή), στα λαχανικά (μαϊντανός, πιπεριές, σγουρό λάχανο, μπρόκολο, πατάτες) και συκώτι. Ένας ενήλικας χρειάζεται 75 mg/ημέρα• οι καπνιστές 40 mg/ημέρα παραπάνω.
Συμπτώματα έλλειψης βιταμίνης C
Η ανεπαρκής πρόσληψη λόγω διατροφικών συνηθειών (π.χ. ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι, αυστηρή δίαιτα, αλκοολισμός), οι αυξημένες απαιτήσεις του οργανισμού (π.χ. εγκυμοσύνη, αιμοκάθαρση, κάπνισμα) ή οι διαταραχές στην εντερική απορρόφηση μπορούν να οδηγήσουν σε έλλειψη βιταμίνης C (σκορβούτο) με τα εξής συμπτώματα: μειωμένη ενέργεια, κόπωση, ευερεθιστότητα και πόνος στα άκρα και τις αρθρώσεις. Στη συνέχεια, αιμορραγία από το δέρμα, τους βλεννογόνους και τους μυς, υποχώρηση των ούλων, απώλεια δοντιών, αδυναμία επούλωσης πληγών και αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις.
Καμία βλάβη δεν είναι γνωστή από τη λήψη υπερβολικής δόσης βιταμίνης C είτε μέσω της τροφής είτε αυτούσιας για θεραπευτικούς σκοπούς. Αυτό είναι αναμενόμενο δεδομένου ότι η ποσότητα της βιταμίνης C που δεν χρησιμοποιείται αποβάλλεται με τα ούρα.
Αποτελούν μαζί με την τραχεία το κατώτερο αναπνευστικό σύστημα. Πριν από τον τέταρτο θωρακικό σπόνδυλο, ο βρόγχος χωρίζεται στον δεξί και τον αριστερό κύριο βρόγχο. Οι κύριοι βρόγχοι στη συνέχεια διακλαδίζονται στους πνευμονικούς λοβούς, τρεις στον δεξιό πνεύμονα και δύο στον αριστερό. Στη συνέχεια ο βρόγχος χωρίζεται σε κλάδους οι οποίοι αντιστοιχούν αριθμητικά στους τμηματικούς κλάδους των πνευμόνων.
Η επιφάνεια των βρόγχων καλύπτεται από κροσσωτό επιθήλιο. Το κροσσωτό επιθήλιο διαθέτει καλυκοειδή κύτταρα που εκκρίνουν βλέννα η οποία μεταφέρεται προς τον λάρυγγα μέσω της κίνησης των κροσσών. Με αυτόν τον τρόπο τα ξένα σώματα απομακρύνονται από τους βρόγχους. Οι μυϊκές ίνες των βρόγχων είναι λείες και κυλινδροειδείς και σχηματίζουν έλικες στα μικρότερα τμήματα των βρόγχων (βρογχιόλια).
Ορισμός
Μια οξεία ενδημική, επιδημική ή πανδημική ιογενής λοίμωξη της αναπνευστικής οδού. (Πρβλ. ενδημική νόσος, επιδημία, πανδημία).
Αίτια
Παθογόνος οργανισμός
Η γρίπη προκαλείται από τον ιό της γρίπης. Οι ιοί της γρίπης είναι τύπου Α, Β, ή Γ. Ο ιός της γρίπης τύπου Α ευθύνεται για τις έντονες εξάρσεις της γρίπης λόγω της μεταβλητότητάς του (βλ. αντιγονική απόκλιση, αντιγονική μετατόπιση). Ο ιός μεταδίδεται μέσω των σταγονιδίων που εκτοξεύονται κατά το φτάρνισμα και τον βήχα αλλά και μέσω της ομιλίας και της άμεσης επαφής. Αφού προσβάλει τον οργανισμό, αρχίζει να καταστρέφει την ανώτερη στοιβάδα του βλεννογόνου από τη μύτη ως τους βρόγχους. Ως συνέπεια της δράσης του ιού, είναι δυνατό να ανακύψουν δευτερογενώς διάφορες βακτηριακές λοιμώξεις, ιδίως από τον αιμόφιλο της γρίπης, τον σταφυλόκοκκο και τον στρεπτόκοκκο. Πρβλ. ιοί.
Η ασιατική γρίπη ήταν μια μεγάλη επιδημία γρίπης στο διάστημα 1957-1958. Πρβλ. πανδημία.
Επιδημία γρίπης στο διάστημα 1918-1920, στη διάρκεια της οποία προσβλήθηκαν 500 εκατομμύρια άνθρωποι εκ των οποίων πέθαναν τα 22 εκατομμύρια.
Η επονομαζόμενη ρωσική γρίπη ήταν μια μεγάλη επιδημία γρίπης στο διάστημα 1889-1892. Πρβλ. πανδημία.
Η γρίπη του Χονγκ Κονγκ ήταν μια μεγάλη επιδημία γρίπης στο διάστημα 1968-1969. Πρβλ. πανδημία.
Βλ. εμβόλιο
Βλ. Προστατευτικός εμβολιασμός
Μια ουσία που μπορεί να περιέχει ζωντανούς παθογόνους οργανισμούς μειωμένης τοξικότητας, αδρανοποιημένους παθογόνους οργανισμούς ή αδρανοποιημένες τοξίνες ή τμήματα παθογόνων οργανισμών και χρησιμοποιείται για την ανοσοποίηση των εμβολιαζόμενων. Πρβλ. Προστατευτικός εμβολιασμός.
Εμβόλιο που αποτελείται από ένα μίγμα διαφόρων αντιγόνων των διαφόρων τύπων ενός παθογόνου οργανισμού (π.χ. ιού της γρίπης, ιού της πολιομυελίτιδας). Πρβλ. συνδυαστικό εμβόλιο, προστατευτικό εμβόλιο.
Φλεγμονώδεις αλλοιώσεις του βλεννογόνου που σχετίζονται με τη γρίπη και εκδηλώνονται ως μικρές φλύκταινες στο εμπρόσθιο τμήμα του ουρανίσκου, πολύ μικρές σημειακές εστίες αιμορραγίας στα τριχοειδή αιμοφόρα αγγεία, ιδίως στον βλεννογόνο των παρειών, ή ως μικρές κιτρινόλευκες κηλίδες στον βλεννογόνο των παρειών, στο όριο του βλεννογόνου του χείλους. Πρβλ. εξάνθημα γρίπης.
Πολύ συχνή εμφάνιση μιας νόσου, ιδίως λοιμώδους, με γεωγραφικά και χρονικά περιορισμένο χαρακτήρα. Οι επιδημικές εκρήξεις χαρακτηρίζονται από ταχεία αύξηση και εν συνεχεία μείωση του αριθμού των ασθενών (υδατογενείς και γαλακτογενείς επιδημίες)• στις επιδημίες βραδύτερης εξέλιξης, ο αριθμός των ασθενών αυξάνεται και μειώνεται με πιο αργούς ρυθμούς (επιδημίες εξ επαφής). Πρβλ. ενδημική νόσος, πανδημία.
Νόσηση μετά τον εμβολιασμό η οποία υπερβαίνει τη συνήθη αντίδραση του οργανισμού στο εμβόλιο και ενδέχεται να απαιτεί θεραπεία. Σε σπάνιες περιπτώσεις ενδέχεται να προκληθεί μόνιμη βλάβη. Οι επιπλοκές του εμβολιασμού μπορεί να προκληθούν από το αντιγόνο που περιέχει το εμβόλιο ή από τις επικουρικές ουσίες του σκευάσματος. Για παράδειγμα το εμβόλιο κατά της πολιομυελίτιδας που χορηγείται από το στόμα (Sabin) περιέχει ζώντες εξασθενημένους ιούς της νόσου που μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Είναι δυνατό να προκληθεί πολιομυελίτιδα από το εμβόλιο στον εμβολιαζόμενο ή σε άτομα που έρχονται σε στενή επαφή μαζί του. Συνιστάται συνεπώς η χρήση του εμβολίου Salk (IPV) που περιέχει αδρανοποιημένα στελέχη. Πρβλ. προστατευτικός εμβολιασμός.
Οι προγραμματισμένοι εμβολιασμοί για βρέφη, παιδιά και νέους που αποσκοπούν στην ανοσοποίησή τους ώστε να μην προσβληθούν από σοβαρές λοιμώδεις νόσους. Κάθε χώρα έχει τον δικό της φορέα αρμόδιο για την τήρηση του ημερολογίου εμβολιασμού (SKIF στην Ελβετία, STIKO στη Γερμανία κλπ.) Υπάρχουν ειδικές συστάσεις για τις αναμνηστικές και τις πρώτες δόσεις για τους ενήλικες και για ειδικές ομάδες του πληθυσμού (π.χ. πριν από ταξίδι ή για ομάδες που διατρέχουν κίνδυνο). Πρβλ. προστατευτικός εμβολιασμός.
Γενικός όρος που αναφέρεται σε βιολογικές δομές οι οποίες ως επί το πλείστον είναι νοσογόνες και έχουν τα ακόλουθα κοινά χαρακτηριστικά: 1. Η γενετική πληροφορία έχει τη μορφή είτε μόνο DNA είτε μόνο RNA 2. Δεν διαθέτουν τα ένζυμα που χρειάζονται για την ανάπτυξη και την αναπαραγωγή τους και γι' αυτό χρησιμοποιούν τα ένζυμα των κυττάρων (ζωικών ή φυτικών) που προσβάλλουν προκαλώντας συνήθως κάποια νόσο• οι ιοί χαρακτηρίζονται από ειδικότητα, δηλαδή κάθε ιός προσβάλλει συγκεκριμένα μόνο κύτταρα. Οι ιοί που μολύνουν μόνο βακτήρια λέγονται βακτηριοφάγοι. Η σύγχρονη ταξινόμηση των ιών βασίζεται κυρίως στη δομή και το γενετικό τους προφίλ και μόνον κατ' εξαίρεση στα κλινικά ή επιδημιολογικά χαρακτηριστικά τους.
Βλ. γρίπη.
Βιολόγος ειδικευμένους στους ιούς.
Τα ιοστατικά φάρμακα είναι χημικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ιογενών λοιμώξεων (πρβλ. λοίμωξη).
Δυνατοί μηχανισμοί δράσης
1. Παρεμποδίζεται η διείσδυση του γενετικού υλικού του ιού και η απελευθέρωση του 2. Παρεμποδίζεται η αντιγραφή του γενετικού υλικού του ιού, π.χ. μέσω αναστολής των αναγκαίων ενζύμων του ιού 3. Παρεμποδίζεται η ωρίμανση του ιού και η απελευθέρωσή του.
Βλ. ιοί
Ο ιός που προκαλεί τη γρίπη (βλ. γρίπη). Διακρίνεται σε τύπου Α, τύπου Β και τύπου Γ ανάλογα με την αντιγονικά ενεργή πρωτεΐνη που περιέχει. Οι ιοί της γρίπης τύπου Α διακρίνονται περαιτέρω σε υποτύπους βάσει διαφορών στα επιφανειακά τους αντιγόνα, και συγκεκριμένα στον υποτύπο Ν (βλ. νευραμινιδάση) και Η (βλ. αιμοσυγκολλητίνη) και χαρακτηρίζονται από σημαντική αντιγονική μεταβλητότητα (βλ. αντιγονική απόκλιση, αντιγονική μετατόπιση). Προσβάλλουν τον άνθρωπο αλλά και τους χοίρους, τα πουλιά και τα άλογα. Έχουν περιγραφεί 14 διαφορετικές αιμοσυγκολλητίνες και 9 διαφορετικές νευραμινιδάσες. Οι αιμοσυγκολλητίνες H1, H2 και H3 και οι νευραμινιδάσες N1 και N2 είναι ιδιαιτέρως σημαντικές στους ιούς της γρίπης που προσβάλλουν τον άνθρωπο. Για παράδειγμα η ισπανική γρίπη (βλ. λήμμα) προκλήθηκε από έναν ιό της γρίπης τύπου Α και υποτύπου Η1Ν1. Τον Μάιο του 1997 εντοπίστηκε ιός της γρίπης τύπου Α και υποτύπου Η5Ν1 στο Χονγκ Κονγκ σε παιδί που υποβλήθηκε σε νεκροψία - μέχρι εκείνη τη στιγμή μόνο ορισμένα είδη πτηνών είχαν μολυνθεί από αυτόν τον ιό. Αυτό το συμβάν οδήγησε σε εντατική παρακολούθηση αυτού του υποτύπου έως τα τέλη του 1997 και στην καταγραφή 15 νέων θυμάτων στο Χονγκ Κονγκ. Τεκμαίρεται ότι η λοίμωξη προήλθε από τη στενή επαφή μεταξύ ανθρώπων και μολυσμένων πτηνών.
Ως αποτέλεσμα αυτής της έντονης αντιγονικής μεταβλητότητας, τα αντισώματα (βλ. λήμμα) που παράγονται κατά του ιού της γρίπης μέσω μιας ανοσοποίησης συχνά χάνουν την ειδικότητά τους κατά του συγκεκριμένου αντιγόνου του ιού και άρα την προστατευτική τους δράση. Η αντιγονική μεταβλητότητα δεν επιτρέπει επίσης την ανάπτυξη ενός πρότυπου εμβολίου που να μπορεί να χρησιμοποιείται κάθε χρόνο. Ο ιός μεταδίδεται μέσω σταγονιδίων. Ο προστατευτικός εμβολιασμός (βλ. λήμμα) συνιστάται σε ορισμένες περιπτώσεις για την πρόληψη της νόσου. (βλ. προστατευτικός εμβολιασμός, ιοί)
Ομάδα ιών RNA που διακρίνονται σε 15 οροτύπους και απαντώνται στον άνθρωπο, στις αγελάδες, τα πρόβατα, τους πιθήκους, τους σκύλους και τα ποντίκια. Τέσσερις είναι οι ορότυποι που είναι γνωστό ότι προσβάλλουν τον άνθρωπο. Η κατανομή τους είναι παγκόσμια. Είναι δυνατό να εκδηλωθούν σποραδικά κρούσματα και μικρές επιδημίες ποικίλης σοβαρότητας. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν φλεγμονή του λάρυγγα, ρινίτιδα, οξεία βρογχίτιδα και πνευμονία. Πλήττει κυρίως τα παιδιά και τους ηλικιωμένους. Η πρόγνωση είναι δυσμενέστερη σε περίπτωση πρωτολοίμωξης και σε βρέφη. Μετέπειτα προσβολές είτε προκαλούν ήπια συμπτώματα είτε κανένα σύμπτωμα.
βλ. ρινίτιδα
Φλεγμονή της αναπνευστικής οδού και του μέσου ωτός η οποία εκδηλώνεται συχνά μετά από έκθεση στο κρύο. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη γρίπη!
Αιτιολογία
Πρόκειται στην πλειονότητα των περιπτώσεων για ιογενή λοίμωξη (πιο συγκεκριμένα από ρινοϊό) που ευνοείται από την παροδική πτώση της αιμάτωσης και της ανοσολογικής άμυνας του οργανισμού.
Προσβολή ενός «ξενιστή» (φυτό, ζώο, άνθρωπος) από κάποιον μικροοργανισμό (ιό, βακτήριο, μύκητα κ.ά.) ακολουθούμενη από πολλαπλασιασμό του μικροοργανισμού εντός του ξενιστή. Η λοίμωξη αποτελεί την προϋπόθεση για την εκδήλωση μιας λοιμώδους νόσου και εξαρτάται από τη λοιμογόνο δύναμη ενός μικροοργανισμού η οποία με τη σειρά της εξαρτάται μεταξύ άλλων από τη μεταδοτικότητά του, από την ικανότητά του να προσκολλάται στα κύτταρα του ξενιστή και να διεισδύει σε αυτά και, τέλος, να πολλαπλασιάζεται. Η εκδήλωση και η πορεία μια λοιμώδους νόσου εξαρτάται επίσης από την ευπάθεια ή μη του ξενιστή και από τις άμυνες του οργανισμού του (ανοσία). Η γρίπη είναι αποτέλεσμα ιογενούς λοίμωξης.
Γενικός όρος που αναφέρεται συλλήβδην σε μια γενικευμένη εμπύρετη νόσο που μπορεί να οφείλεται σε διάφορες αιτίες• συνήθως πλήττει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα ή (σπανιότερα) το γαστρεντερικό σύστημα. Βλ. κρυολογήματα, γρίπη.
Φλεγμονή του μέσου ωτός (αυτιού)
Λοίμωξη του μέσου ωτός που αναπτύσσεται συνήθως στη διάρκεια λοίμωξης του ρινοφάρυγγα η οποία εξαπλώνεται μέσω του ακουστικού πόρου. Διάφοροι ιοί ή βακτήρια μπορούν να προκαλέσουν οξεία μέση ωτίτιδα π.χ. ο αιμόφιλος της γρίπης. Η μέση ωτίτιδα μπορεί να είναι ελαφράς μορφής με συμπτώματα όπως αίσθημα πίεσης, μέτριας έντασης πόνο και απώλεια ακοής. Η σοβαρής μορφής ωτίτιδα χαρακτηρίζεται από έντονα γενικά συμπτώματα, ενίοτε συνοδευόμενα από πυρετό και ρίγη. Η αγωγή στοχεύει την πρωτογενή λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού (βλ. κρυολόγημα) και μπορεί ενδεχομένως να περιλαμβάνει εφαρμογή θερμότητας. Αν ο ακουστικός πόρος δεν επανέλθει στη φυσιολογική του κατάσταση εντός 1-2 εβδομάδων από την υποχώρηση της λοίμωξης, απαιτείται θεραπεία του ίδιου του πόρου. Οι σοβαρές περιπτώσεις αντιμετωπίζονται με αντιβιοτικά και ενδεχομένως χειρουργική επέμβαση.
Ένζυμο που απαντάται σε ορισμένους ιούς και βακτήρια, στο πλάσμα και στα λυσοσωμάτια (κυτταρικά οργανίδια). Οι νευραμινιδάσες είναι ένα επιφανειακό αντιγόνο του ιού της γρίπης. Οι μυκοπρωτεΐνες είναι γλοιώδεις ουσίες που εκκρίνονται από το δέρμα και τους βλεννογόνους για λόγους προστασίας. Ο ιός τις καταστρέφει με τη βοήθεια της νευραμινιδάσης.
Οξεία φλεγμονώδης λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού (πρβλ. βρόγχος) κυρίως λόγω ιογενούς λοίμωξης. Η βακτηριακή βρογχίτιδα είναι σχετικά σπάνια.
Συμπτώματα
Βήχας, παχύρρευστη απόχρεμψη, αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος, πόνος στο στήθος.
Μια ομάδα συγγενικών μικροοργανισμών, που ταυτοποιούνται με τη χρήση συγκεκριμένου αντιορού ο οποίος αντιδρά με κοινά δομικά συστατικά των αντιγόνων των εν λόγω οργανισμών.
Μικροοργανισμοί μιας οροομάδας οι οποίοι είναι δυνατό να ταυτοποιηθούν μέσω του αναγνωρίσιμου αντιγονικού προφίλ τους όπως προκύπτει με τη χρήση ειδικού αντιορού.
Ιοστατικό φάρμακο (αναστολέας της νευραμινιδάσης) για την πρώιμη θεραπεία της γρίπης (ιοί της γρίπης τύπου Α και Β). Πρβλ. ιοστατικά φάρμακα.
Παρενέργειες του φαρμάκου
Ναυτία, έμετος, στομαχικός καύσος, κεφαλαλγία
Γνωστός και ως ΠΟΥ.
Διεθνής οργανισμός με έδρα τη Γενεύη που προάγει τη συνεργασία στον τομέα των υπηρεσιών υγείας, ιδίως όσον αφορά την πρόληψη και την καταπολέμηση σημαντικών νόσων και επιδημιών και την παρασκευή εμβολίων.
Η εξάπλωση μιας λοιμώδους νόσου σε πολλές χώρες και διαφορετικές ηπείρους π.χ. πανδημία γρίπης. Πρβλ. ενδημική νόσος, επιδημία.
Φλεγμονή των παραρρινικών κόλπων.
Οξεία ή χρόνια φλεγμονή ενός ή περισσότερων παραρρινικών κόλπων (γναθιαίος κόλπος, μετωπικός κόλπος, σφηνοειδής κόλπος, ηθμοειδείς κυψέλες). Στους ενήλικες η φλεγμονή εντοπίζεται κυρίως στους γναθιαίους κόλπους.
Αίτια
Λοιμώξεις που ξεκινούν στη ρινική κοιλότητα, ιδίως ιογενείς (π.χ. γρίπη) ή βακτηριακές (π.χ. αιμόφιλος της γρίπης, στρεπτόκοκκοι, σταφυλόκοκκοι).
Συμπτώματα
Γενικό αίσθημα κακουχίας, πόνος στο πρόσωπο και στο κεφάλι, δυσκολία στην αναπνοή από τη μύτη. Η χρόνια παραρρινοκολπίτιδα συνήθως εμφανίζει ελάχιστα συμπτώματα.
Ανοσοποίηση για την αποφυγή της μόλυνσης από λοιμογόνες νόσους.
Αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος λόγω διαταραχής της θερμοκρασιακής ρύθμισης. Σε αντίθεση με την υπερθερμία, η οποία συνίσταται στην υπερθέρμανση του σώματος χωρίς μεταβολή της λεγόμενης «θερμοκρασίας στόχου», όταν κάποιος έχει πυρετό η τιμή-στόχος της θερμοκρασίας του σώματος αυξάνεται. Ο πυρετός μπορεί να συνδράμει τους αμυντικούς μηχανισμούς του σώματος εν μέρει μέσω της επιτάχυνσης των βιοχημικών αντιδράσεων. Αυτή η επωφελής επίδραση του μέτριου πυρετού πρέπει να σταθμίζεται έναντι των αρνητικών υποκειμενικών επιδράσεων (κακουχία, απώλεια όρεξης, πονοκέφαλος) και αντικειμενικών επιπτώσεων (αποδόμηση πρωτεϊνών). Κατηγοριοποίηση: Έως 38 °C υποπυρετική θερμοκρασία, έως 38,5 °C μέτριος πυρετός, πάνω από 39 °C υψηλός πυρετός. Ο πυρετός σπάνια υπερβαίνει τους 41 °C.
Συμπτώματα
Όταν εκδηλώνεται πυρετός στη διάρκεια λοίμωξης σε βρέφη και μικρά παιδιά, είναι πιθανό να εκδηλωθούν πυρετικοί σπασμοί. Στα μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά η άνοδος του πυρετού συνοδεύεται από ρίγη και ψυχρά άκρα λόγω ελάττωσης της περιφερικής κυκλοφορίας. Οι ενήλικες με πυρετό εμφανίζουν συνήθως ρίγη. Μετά την κορύφωση του πυρετού, ενδέχεται να παρατηρηθεί απώλεια συνείδησης ή αντίληψης. Ο πυρετός μπορεί να πέσει σιγά-σιγά μέσα σε μερικές ημέρες ή γρήγορα εντός ωρών.
Γνωστή και ως καταρροή ή συνάχι.
Επιφανειακή φλεγμονή του βλεννογόνου της μύτης, η οποία συχνά δεν συνοδεύεται από αύξηση της θερμοκρασίας. Ο οξεία ρινίτιδα είναι συχνά το πρώτο σύμπτωμα άλλων λοιμωδών νόσων όπως η γρίπη ή ο κοκκύτης. Ως «χρόνια» ρινίτιδα νοείται η χρόνια φλεγμονή του βλεννογόνου της μύτης, η οποία προκαλεί διόγκωση του βλεννογόνου, ιδίως στην περιοχή των ρινικών μυών, που μπορεί να δυσχεράνει την αναπνοή από τη μύτη. Πιθανές αιτίες της χρόνιας ρινίτιδας είναι η υποτροπιάζουσα φλεγμονή, ο χημικός ή μηχανικός ερεθισμός ή κάποια ορμονική διαταραχή.
Αιτία της νόσου (παθογόνος οργανισμός)
Κυρίως οι ρινοϊοί αλλά και πληθώρα άλλων ιών.
Συμπτώματα
Ξηρό πρώτο στάδιο με γενικό αίσθημα κακουχίας, καύσου και γαργαλητού στη μύτη και τον λαιμό και τάση για φτάρνισμα. Έπεται το στάδιο της οξείας ρινίτιδας, με λεπτόρρευστες εκκρίσεις που στη συνέχεια γίνονται παχύρρευστες και περιέχουν πύον.
Γένος μικρών ιών RNA της οικογένειας των Picornaviridae• μέχρι σήμερα έχουν ταυτοποιηθεί περισσότεροι από 115 ορότυποι. Κατατάσσονται στη μείζονα ή την ελάσσονα ομάδα των ρινοϊών, ανάλογα με τον κυτταρικό υποδοχέα. Οι ρινοϊοί απαντώνται κυρίως στον ρινοφάρυγγα και είναι η πλέον συχνή αιτία ρινίτιδας. Πρβλ. κρυολόγημα.
Γενικευμένη συμπτωματική λοίμωξη που προκαλείται όταν κάποιος μικροοργανισμός (συνήθως βακτήριο, σπανιότερα μύκητας, ιός ή παράσιτο)
εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος από μια αρχική εστία μόλυνσης. Δυνητικές εστίες της λοίμωξης είναι ο ομφαλός (στα νεογέννητα), η ουρογεννητική οδός, (π.χ. λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος ή λοιμώξεις μετά τη γέννηση), το δέρμα (π.χ. πληγές), ΩΡΛ (π.χ. φλεγμονές των αμυγδαλών, των μετωπιαίων κόλπων ή του μέσου ωτός) , οι πνεύμονες (π.χ. πνευμονία) ή το έντερο (π.χ. φλεγμονή του διαφράγματος).
Επιβαρυντικοί παράγοντες
Φαρμακευτική αγωγή που καταστέλλει την ανοσοαπάντηση, πρότερη χειρουργική επέμβαση, μεταμόσχευση ή μόνιμος καθετήρας (π.χ. στην ουροδόχο κύστη ή σε φλέβα), σακχαρώδης διαβήτης.
Συμπτώματα
Τα συνήθη συμπτώματα είναι υψηλός πυρετός, ρίγη, ορατά καταβεβλημένος οργανισμός, ενδεχόμενη σύγχυση, συχνά ωχρό δέρμα, μεταγενέστερα ευπίεστος σπλήνας και διόγκωση ήπατος• τοξικές βλάβες στα εσωτερικά όργανα (νεφρά, πνεύμονες, καρδιά). Οι παθογόνοι οργανισμοί εξαπλώνονται στο σώμα και είναι δυνατό να προκαλέσουν φλεγμονή των εγκεφαλικών μεμβρανών (μηνιγγίτιδα), εγκεφαλικό απόστημα, πνευμονικό απόστημα, αρθρίτιδα ή φλεγμονή του μυελού των οστών.
Θεραπεία
Πρέπει να χορηγηθεί αμέσως αντιβιοτική αγωγή.
Πρόγνωση
Ακόμη και με εντατική ιατρική φροντίδα, η πρόγνωση είναι δυσμενής (θνησιμότητα περίπου 50%), ιδίως εάν η θεραπεία ξεκινήσει με καθυστέρηση, αν δεν μπορεί να εντοπιστεί η εστία της λοίμωξης, στους καρκινοπαθείς, ή αν εκδηλωθεί πολυοργανική ανεπάρκεια στη διάρκεια της θεραπείας.
Όρος της μικροβιολογίας (η επιστήμη που ασχολείται με τις συνθήκες διαβίωσης των μικροοργανισμών συμπεριλαμβανομένων των βακτηριών και των ιών) που αναφέρεται σε μια ταξινομική υπομονάδα του «είδους».
Γνωστά και ως πολλαπλά εμβόλια.
Εμβόλια (βλέπε εμβόλιο) για την ταυτόχρονη ανοσοποίηση κατά διαφόρων λοιμωδών νόσων με στόχο την απλοποίηση της διαδικασίας των συνιστώμενων εμβολιασμών π.χ. κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς. Πρβλ. εμβόλιο, πολυδύναμο.
Κύτταρα (π.χ. λεμφοκύτταρα) που συμμετέχουν στο ανοσοποιητικό σύστημα. Τα λεμφοκύτταρα παράγονται στον μυελό και στον θύμο αδένα. Η αντίδραση μεταξύ λεμφοκυττάρων και αντιγόνων λαμβάνει χώρα στον σπλήνα και στους λεμφαδένες.
Οι ιοί μπορούν να ταξινομηθούν βάσει διαφορετικών κριτηρίων π.χ. ανάλογα με το είδος του νουκλεϊκού οξέος που περιέχουν (DNA, RNA), το μέγεθός τους, τη δομή τους, τον οργανισμό που προσβάλλουν, ή βάσει της εξειδίκευσής του ως προς ορισμένους τύπους ιστού ή όργανα (π.χ. ανάλογα με το αν προσβάλλουν το νευρικό σύστημα, τους πνεύμονες ή το ήπαρ). Η σύγχρονη ταξινόμησή τους βασίστηκε σε συνεκτικούς κανόνες και σε ακριβείς χημικές, φυσικές και γενετικές αναλύσεις• έχει καθιερωθεί μια διεθνής ονοματολογία που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις έννοιες της «οικογένειας» (κατάληξη -idea) και του γένους (κατάληξη -virus).
Γνωστός και ως ποικιλία.
Όρος που χρησιμοποιείται στη συστηματική στο πλαίσιο της ταυτοποίησης νέων στελεχών και της περιγραφής των σχέσεων μεταξύ των ζωντανών οργανισμών. Ο τύπος ή ποικιλία αποτελεί υποκατηγορία εντός της ευρύτερης κατηγορίας του «είδους» και αναφέρεται σε οργανισμούς που διακρίνονται λόγω ελαφρών αλλά εν πολλοίς σταθερών διαφορών με τους οργανισμούς άλλων τύπων.
Βλ. μέση ωτίτιδα
Πρόκειται για φάρμακα που χορηγούνται χωρίς συνταγή ιατρού. Τα εν λόγω φάρμακα διαφέρουν αρκετά από χώρα σε χώρα.
- "Θα περιέγραφα τη γρίπη σα κάτι που σε κάνει να νοιώθεις πάρα πολύ άρρωστος. Έχεις πονοκέφαλο, πονάνε τα κόκαλά σου και δεν έχεις καθόλου αντοχή"
- "Όταν έχω γρίπη, νοιώθω σα να έχει περάσει τρένο από πάνω μου"
- "Δεν έχω καθόλου αντοχή. Είναι ενοχλητικό να μην μπορείς να κάνεις τίποτα, σα να αφήνεις το χρόνο να περνάει"
- "Είναι σα κάτι να προκαλεί μεγάλη φασαρία, ένα δυνατό θόρυβο μέσα στο κεφάλι σου"
- "Η γρίπη σε ρίχνει για τα καλά – απλά δεν θέλεις να κουνηθείς ούτε να κάνεις τίποτα"
- "Οι ανατριχίλες και οι εφιδρώσεις σε κάνουν να πονάς. Την τελευταία φορά που κόλλησα γρίπη έμεινα στο σπίτι για δύο εβδομάδες"
- "Ανησυχώ πολύ μήπως μεταδώσω τον ιό της γρίπης στα παιδιά μου, που είναι μικρά και μπορεί να ταλαιπωρηθούν πολύ περισσότερο από ό,τι εγώ"
- "Νοιώθω απίστευτη κόπωση. Θέλω να κοιμάμαι συνέχεια και δεν έχω όρεξη για τίποτε"
- "Όταν έχω γρίπη νοιώθω τόσο εξασθενημένος που νομίζω ότι από στιγμή σε στιγμή θα πέσω κάτω"
- "Θα περιέγραφα τη γρίπη σα κάτι που σε κάνει να νοιώθεις πάρα πολύ άρρωστος. Έχεις πονοκέφαλο, πονάνε τα κόκαλά σου και δεν έχεις καθόλου αντοχή"
- "Οι αισθήσεις μου έχουν νεκρωθεί. Ο ξηρός λαιμός, ο πονοκέφαλος, η αδυναμία να κάνω οτιδήποτε με κάνουν να νοιώθω ότι βρίσκομαι σε άλλη διάσταση"
- "Θα περιέγραφα τη γρίπη σα κάτι που σε κάνει να νοιώθεις πάρα πολύ άρρωστος. Έχεις πονοκέφαλο, πονάνε τα κόκαλά σου και δεν έχεις καθόλου αντοχή"
- "Ένοιωθα απαίσια γιατί πονούσαν οι μύες μου και τα κόκαλά μου. Δύσκολα μπορώ να το περιγράψω - απλά ένοιωθα χάλια και ήμουνα πάρα πολύ εκνευρισμένος"
- "Με τη γρίπη νοιώθεις ότι δεν μπορείς να σηκωθείς καν από το κρεβάτι και ότι δεν σου έχει μείνει καθόλου ενέργεια"
- "Είμαι ελεύθερος επαγγελματίας και δουλεύω από το σπίτι. Η γρίπη όχι μόνο δε με αφήνει να εργαστώ αλλά υπάρχει κίνδυνος να κολλήσουν και τα παιδιά μου"
- "Ένοιωθα πολύ άσχημα και είχα υψηλό πυρετό. Στη δουλειά μου γύρισα μετά από δυόμισι εβδομάδες και χρειάστηκα μία ακόμη για να προσαρμοστώ. Τελικά, η γρίπη έχει μεγάλη διαφορά από το κρύωμα"
- "Όταν έχω γρίπη, νοιώθω σα να έχει περάσει τρένο από πάνω μου"
- "Με τη γρίπη υποφέρεις από υψηλό πυρετό, ιδρώνεις πολύ και νοιώθεις εντελώς χάλια. Χάνεις όλη σου την ενέργεια"