Η ρευματοειδής αρθρίτιδα αποτελεί τον συνηθέστερα απαντώμενο τύπο αυτοάνοσης φλεγμονώδους αρθρίτιδας και συνδυάζεται με σημαντική νοσηρότητα και αυξημένη θνητότητα. Αντιπροσωπεύει, επίσης, ένα σημαντικό οικονομικό φορτίο τόσο για τον ασθενή, όσο και για το σύστημα υγείας κάθε χώρας. Οι γυναίκες προσβάλλονται 2-3 φορές συχνότερα από τους άντρες.
Κατά κανόνα εμφανίζεται σε ηλικία μεταξύ 20 και 50 ετών, αλλά μπορεί να προσβληθούν μεγαλύτερες ηλικίες αλλά και παιδιά. Η οστεοπόρωση είναι συχνή σε άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα, τόσο εξαιτίας της ίδιας της νόσου αλλά και της θεραπείας (π.χ. με κορτιζόνη).
Το ποσοστό εμφάνισης της στο γενικό πληθυσμό είναι περίπου 1%. Στην Αμερική κάθε χρόνο 2 εκατομμύρια άτομα προσβάλλονται από τη νόσο. Προς το παρόν δεν υπάρχει θεραπεία ίασης για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και η συντηρητική αντιμετώπισή της στοχεύει στην ύφεση των συμπτωμάτων και την επιβράδυνση της εξελικτικής πορείας της νόσου. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα έχει σημαντική επίπτωση στη ζωή των ασθενών που προσβάλλονται από αυτήν.
Το 29% των πασχόντων από ρευματοειδή αρθρίτιδα αναφέρουν ανικανότητα στην εκτέλεση της κύριας δραστηριότητάς τους και 1 στους 3 έχει σαφείς περιορισμούς ως προς τον αριθμό και το είδος των επικουρικών δραστηριοτήτων που μπορεί να εκτελέσει.
Σε ασθενείς με επιθετική νόσο, η πρόγνωση είναι ακόμη πτωχότερη, με σχεδόν 9 στους 10 ασθενείς να καθίστανται κλινικά ανάπηροι μέσα σε 20 έτη. Σε μερικές οικογένειες πολλά μέλη τους προσβάλλονται από ρευματοειδή αρθρίτιδα, γεγονός που υποδηλώνει μία γενετική βάση για αυτή τη διαταραχή.
Περίπου 285.000 παιδιά πάσχουν από νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα στις ΗΠΑ.
Το παιδί επιβαρύνεται από απουσίες στο σχολείο, μειωμένη συμμετοχή σε δραστηριότητες, ή περιορισμένες δυνατότητες καριέρας. Επίσης οι γονείς επηρεάζονται ψυχολογικά από την ύπαρξη της νόσου στο παιδί τους.